ανασκάβω


ανασκάβω
ανασκάβω, ανέσκαψα βλ. πίν. 7

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακυλώ — ( άω) [μτγν. ἀνακυλίω] Ι. (μτβ.) 1. κυλώ 2. κυλώ προς τα επάνω ή προς τα πίσω ή κατ’ επανάληψη 3. ανακινώ, μετακινώ, κάνω άνω κάτω 4. αντιστρέφω, αναποδογυρίζω 5. σκάβω, ανασκάβω 6. μεταβάλλω τη φυσική θέση πραγμάτων, ανακατεύω 7. περιστρέφω,… …   Dictionary of Greek

  • ανασκάπτω — ανασκάπτω, ανέσκαψα βλ. πίν. 11 και πρβλ. ανασκάβω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανασκαλεύω — (και ανασκαλίζω), εψα, εύτηκα, εμένος 1. ανασκάβω κάτι ελαφρά: Μην ανασκαλεύεις πια άλλο, βράδιασε. 2. συδαυλίζω τη φωτιά: Του άρεσε, τα βράδια του χειμώνα, ν ανασκαλεύει τη φωτιά στο τζάκι. 3. αναμοχλεύω, ανακινώ (παλιά υπόθεση): Μην τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)